Designing and Defining Insignificant Places

island built_event's book

One may call this island a ‘place with no evident definition’. The participation of the invited people consisted in attending a theatrical duration of uneasiness on the spot, on the undefined places themselves, ‘in situ’. The collection of designed results was a collection of the uneasiness particular to each place in a specific moment. Theatricality in the ‘built event’ projects is conceived as a recording of this uneasiness that leaves traces. This is why the ‘built event’ projects are abundantly filmed, photographed and otherwise recorded, a procedure in which local newspapers were also involved.

The workshop of the island built event project was organized by the initiators, the invited people and the participants in the form of a congregation or a provisory school-university structure where the people invited interpreted the uneasy condition of a particular place. The congregation of people (initiators, invitees and participants) was committed to give a ‘definitized’ response to this place following their particular way of focusing on it. This focusing, the responses and the traces of the entire procedure, formed a theatrical play that actually constituted the sum of the work. Every participant deposited his own definition of the selected insignificant place through personal involvement and vision. The deposited constructs derived from people of different disciplines (architects, theorists, historians, philosophers, film directors, mathematicians, literature scholars, artists...) These were presented in various forms and media: architectural designs, processed images, texts, but also talks and recordings, each one in its own set terms. The built eventworks were done in the background of a self recording and vice versa.
The procedure itself was a response to the particularities of the
selected place. The selection of it was neither arbitrary nor the outcome of an analysis: The search for a distant island could not anticipate that Youra could be the final focus. It happened that this island condensed many factors of the place we were looking for. But Youra as a specific place became more important than initially expected after the search principles. This happened in every built_event project. The terms under which the place had been searched were always abandoned as soon as the place had been found. Then the place "itself" constituted the only starting point, setting the persistence of a conceptual theme. However the place in its “built event” version is never simply “in itself”. This premise creates a difference in the architecture of any place. The very “presence” of the place denies its own metaphysical conception. Presence seemed to be organized (in the ‘built event’s structure) as a heterogeneous accumulation of constructs, with no articulations. The place itself acted as the binding of these accumulated concepts, as is also the case with the pages of a book. The place was defined through this possibility of concurrent maintenance of different versions: it is rechargeable.

‘Built event’ came out of this architectonic investigation that began to focus on specific insignificant places. Furthermore, “built event” is conceived as a way of defining places through ‘in situ’ meetings of people and the collection of the material they have contributed. By conception, this “built event” procedure produced works that installed a singular relation between the selected places, their ‘conceptual constitution”, their common witnessing by the group of invitees, and the collection of the visit’s remains in the form of a book. The “built event” strategy was aiming at proposing a particular curatorial work, focused on a concrete locus. The selective editing of meetings and remains created an intended inversion: Focusing on a particular place was finally conceived as a cloud of different approaches to something missing: the place; the focused place, through this focusing, appeared blurred again, lost in an archipelago of isolated approaches. The work was purposefully an exercise of conceptual dispersal while the target appeared to be a blown-up concretization. The very act of focusing created the intended dispersal of meaning.

The built Event's series of works ended up with a real result formed as an open bounded book. The book is bound with screws; it can be opened, be recharged and re-bound. The works’ deployment consisted in the collection of the pages that form this book. The bounding keeps together different pages set in series. Structurally, the bounding keeps the continuity in an assemblage of juxtaposed things. The bounding assures a possible line, traced between distinct points. The bounding is a structure for a travel or for an archipelago. But if we accept that the pages can be reexamined, that we can read different sees within different complexes, then in the same bounded assemblage emerge infinite possibilities of recharging and reordering that construct different maps of different islands. If the book can be a possible map for an island, it will never end to a stable form. Our island, Yura, in Northern Aegean is already an archipelago because we decided to describe it this way. If we conceive the territory as an island function, we can then have a new condition about politics and space._ Aristide Antonas

The island built_event book is constructed by filippos oraiopoulos.



O θεσμός των εκτοπίσεων ανθρώπων από τον τόπο διαβίωσης τους σε απομακρυσμένες περιοχές της ορεινής και νησιωτικής χώρας εφαρμόστηκε ως ποινή σε περιπτώσεις αδικημάτων του κοινού ποινικού δικαίου (ζωοκλοπή κ.α ), αλλά και ως ποινικός ή διοικητικός περιορισμός για τα εγκλήματα γνώμης 1 που σχετίστηκαν με τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» όπως ορίστηκε ήδη από την εποχή του μεσοπολέμου η πολιτική απειλή που υφίστατο το αστικό καθεστώς από το εργατικό κίνημα. Το μέτρο της εκτόπισης ως μέθοδος απομάκρυνσης από την πολιτική σκηνή εφαρμόστηκε επίσης κατά την ίδια μεσοπολεμική περίοδο και σε βάρος πολιτικών προσώπων των αστικών κομμάτων από αντίπαλες κομματικά κυβερνήσεις σε μια προσπάθεια αποδυνάμωσης του αντιπολιτευόμενου πολιτικού προσωπικού. Το μέτρο εφαρμόστηκε σε ευρεία κλίμακα κατά την διάρκεια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και σε βάρος στελεχών του βενιζελικού και αντιβασιλικού χώρου.

Κατά την εμφύλια σύγκρουση που διαδέχθηκε την απελευθέρωση της χώρας η πολεμική διάσταση των πραγμάτων συνδυάστηκε με μακρά σειρά απάνθρωπων διώξεων που υπέστησαν στελέχη, μέλη και συμπαθούντες του εαμικού κινήματος. Η συνθήκη της Βάρκιζας με την οποία έληξε η δεκεμβριανή σύγκρουση του 1944 άφησε πολλά κενά και δεν προφύλαγε από τις δικαστικές διώξεις τον εαμικό κόσμο. Εκτός των επίσημων διώξεων που υπέστη ο κόσμος της αριστεράς, μέλη παρακρατικών ή παραστρατιωτικών ομάδων της δεξιάς έδρασαν σε βάρος του στην ύπαιθρο σε ένα ευρύτατο φαινόμενο αυθαιρέτων διώξεων υπό την ανοχή των επίσημων αρχών.

Το οξύτατο κλίμα που καλλιεργήθηκε ποινικοποίησε την πολιτική ζωή της χώρας και τα αντιπολιτευτικά πολιτικά φρονήματα εξισώνοντας έτσι τους πολιτικά αντιφρονούντες με τους εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Εκτός των καταδικαστικών αποφάσεων σε θάνατο και την εκτέλεση των αποφάσεων αυτών, μέλη του εαμικού κόσμου καταδικάστηκαν σε εξοντωτικές ποινές φυλάκισης. Στο πλαίσιο των επίσημων διώξεων χιλιάδες άνθρωποι χαρακτηρίστηκαν ως ύποπτοι ότι διέπραξαν ή ετοιμάζονταν να διαπράξουν πράξεις εναντίον της δημόσιας τάξης και της ασφάλειας της χώρας και υποχρεώθηκαν από τις αρχές ασφαλείας σε εκτόπιση μακριά από τον τόπο διαμονής τους. Ο θεσμός της εκτόπισης-εξορίας διατηρήθηκε με κάποια μικρά διαλείμματα της δεκαετίας του 1960 έως την μεταπολίτευση του 1974.

Στους τόπους συγκέντρωσης που δημιουργήθηκαν σε όλη την χώρα, ήδη από το 1945, οι αρχές ασφαλείας εγκατέστησαν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους όλων των ηλικιών. Στην αρχική φάση του εμφυλίου πολέμου ο μεγάλος αριθμός εξορίστων είχε διασπαρθεί σε όλη την χώρα σε πρόχειρες εγκαταστάσεις συγκέντρωσης εκτοπισμένων: φρούρια, σχολεία, δημόσια καταστήματα, επιταγμένα κτίρια, υπαίθριους χώρους, κ.α.. Στην συνέχεια, το 1947, διαμορφώθηκαν τρεις μεγάλοι χώροι συγκέντρωσης, δύο σε άνυδρα και έρημα νησιά και ένας σε ένα νησί που βρισκόταν κοντά στον χώρο των πολεμικών επιχειρήσεων, με βλάστηση και πολύ περιορισμένο αριθμό κατοίκων. Οι τόποι ήταν: η Γυάρος για φυλακισμένους που είχαν καταδικαστεί, το στρατόπεδο της Μακρονήσου στο οποίο συγκεντρώθηκαν χιλιάδες νέοι στην ηλικία της στράτευσης τους με κριτήριο την συμμετοχή ή την συμπάθεια στην εαμική αντίσταση ή ακόμη και την συγγένεια τους με πρόσωπα του αριστερού χώρου και το Τρίκερι, κυρίως για γυναίκες που είχαν συλληφθεί προληπτικά ως πιθανοί τροφοδότες των ανταρτών κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του στρατού εναντίον του ΔΣΕ. Στην Γυάρο οι κρατούμενοι εγκαταστάθηκαν σε σκηνές και στην συνέχεια έκτισαν οι ίδιοι κτίριο φυλακών. Στην Μαρκόνησο έχτισαν κτίρια μόνο για τους αξιωματικούς και τις διοικητικές υπηρεσίες του στρατοπέδου και οι στρατιώτες ζούσαν σε σκηνές. Στο Τρίκερι ζούσαν και εκεί μαζικά σε σκηνές. Ως χώροι εγκατάστασης εξορίστων εντός οι σε παρυφές των οικισμών να αναφέρουμε την Ικαρία και τον Άι Στράτη.

Σε επίπεδο βαρβαρότητας, τρόμου και απανθρωπιάς το στρατόπεδο της Μακρονήσου διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους τόπους εξορίας τόσο λόγω της σωματικής και ψυχικής βίας που εφαρμόστηκε σε βάρος όσων πέρασαν από εκεί προκειμένου να υπογράψουν δήλωση όσο και γιατί την διαδικασία απόσπασης της δήλωσης την χειρίστηκε στην προκειμένη περίπτωση ο στρατός και όχι η χωροφυλακή γεγονός που καθιστούσε τα πράγματα πολύ περισσότερο αδιέξοδα για τους στρατιώτες που υπηρέτησαν στις μονάδες της Μακρονήσου αλλά και για τους πολίτες που εντάχθηκαν στις μονάδες αυτές προκειμένου να υποστούν την βία και τον τρόμο της «εθνικής διαπαιδαγώγησης» προκειμένου να ακυρωθεί η πολιτική τους γνώμη και να καταστούν πολιτικά ασφαλείς για το καθεστώς.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η οργάνωση της ζωής των εξορίστων εκτός Μακρονήσου μέσω των Ομάδων Συμβίωσης οι οποίες λειτουργούσαν με τρόπο ημιεπίσημο εξασφαλίζοντας αφενός την επικοινωνία με την διοίκηση και αφετέρου την λειτουργία της κοινότητας των εξορίστων μέσω κανόνων που επέτρεπαν την επιβίωση στην εξορία και την διατήρηση του φρονήματος. Οι υπεύθυνοι των Ομάδων διαχειρίζονταν μέσω του ταμείου που είχαν επί τούτου οργανώσει τα όποια χρήματα λάμβαναν οι εξόριστοι και κατένειμαν σύμφωνα με τις ανάγκες του κάθε ένα τα όποια εφόδια σε ρουχισμό, υλικό ενδιαιτήσεων και τρόφιμα ακόμη και τσιγάρα έφταναν στους εξόριστους από τους οικείους τους. Αξιοποιούσαν επαγγελματικές γνώσεις, εμπειρίες και δεξιότητες των εξορίστων προκειμένου να γίνει η ζωή στην εξορία περισσότερο υποφερτή και οριακά ενδιαφέρουσα. Στο πλαίσιο αυτό λειτουργούσαν σε σταθερή βάση εκπαιδευτικές δραστηριότητες που κάλυπταν ευρεία γκάμα ενδιαφερόντων που εκτεινόταν από την αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού έως σεμινάρια πολιτικής φιλοσοφίας. Στην ίδια κατεύθυνση οργανώνονταν θεατρικές παραστάσεις από τους εξόριστους. Οι υπεύθυνοι των Ομάδων καλούνταν συχνά να προβλέψουν και να αντιμετωπίσουν τις μεγάλες ελλείψεις σε τρόφιμα αλλά συχνά και σε νερό που προκαλούσε ο πολύ προβληματικός και άτακτος εφοδιασμός των νησιών.

Συνοψίζοντας, το μέτρο της εκτόπισης-εξορίας μεγάλου αριθμού ατόμων στόχευε τόσο στην πολιτική αποδόμηση της ευρύτερης αριστερής παράταξης όσο και στην τρομοκράτηση των ίδιων των εξορίστων μέσω της ανατροπής της οικογενειακής και προσωπικής τους ζωής. Εκτός στελεχών και μελών της αριστεράς την εκτόπιση-εξορία από τον τόπο τους υπέστησαν και μεγάλος αριθμός ατόμων που ενοχοποιήθηκαν από την συγγενική τους σχέση με μέλη του αριστερού κινήματος. Η πίεση και η βία που υφίσταντο από τις αρχές ασφαλείας οι εξόριστοι αφορούσε την εκ μέρους τους υπογραφή δήλωσης αποκήρυξης του ΕΑΜ και του ΚΚΕ η οποία πέρα από το ηθικό πλήγμα που έφερνε στις σχέσεις τους με τους συντρόφους τους, ακύρωνε πλέον την όποια ενεργοποίηση στον κομματικό μηχανισμό του ΚΚΕ αφού το γεγονός της υπογραφής της δήλωσης κοινοποιείτο με ποικίλους τρόπους στην κοινωνία του τόπου κατοικίας: τοπικός τύπος, ανάγνωση από τον παπά στην εκκλησία, τοιχοκόλληση σε τόπους συνάθροισης των χωριών καταλόγων «ανανηψάντων» κομμουνιστών κ.α..

Τασος Σακελλαρόπουλος, ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ

from Plato's Timaeus: "The most famous of them all was the overthrow of the island of Atlantis. This great island lay over against the Pillars of Heracles, in extent greater than Libya and Asia put together, and was the passage to other islands and to a great ocean of which the Mediterranean sea was only the harbour; and within the Pillars the empire of Atlantis reached in Europe to Tyrrhenia and in Libya to Egypt. This mighty power was arrayed against Egypt and Hellas and all the countries bordering on the Mediterranean. Then your city did bravely, and won renown over the whole earth. For at the peril of her own existence, and when the other Hellenes had deserted her, she repelled the invader, and of her own accord gave liberty to all the nations within the Pillars. A little while afterwards there were great earthquakes and floods, and your warrior race all sank into the earth; and the great island of Atlantis also disappeared in the sea. This is the explanation of the shallows which are found in that part of the Atlantic ocean".
from Plato's Critias: "Let me begin by observing first of all, that nine thousand was the sum of years which had elapsed since the war which was said to have taken place between those who dwelt outside the Pillars of Heracles and all who dwelt within them; this war I am going to describe. Of the combatants on the one side, the city of Athens was reported to have been the leader and to have fought out the war; the combatants on the other side were commanded by the kings of Atlantis, which, as was saying, was an island greater in extent than Libya and Asia, and when afterwards sunk by an earthquake, became an impassable barrier of mud to voyagers sailing from hence to any part of the ocean.
The progress of the history will unfold the various nations of barbarians and families of Hellenes which then existed, as they successively appear on the scene; but I must describe first of all Athenians of that day, and their enemies who fought with them, and then the respective powers and governments of the two kingdoms. Let us give the precedence to Athens.
In the days of old the gods had the whole earth distributed among them by allotment. There was no quarrelling; for you cannot rightly suppose that the gods did not know what was proper for each of them to have, or, knowing this, that they would seek to procure for themselves by contention that which more properly belonged to others. They all of them by just apportionment obtained what they wanted, and peopled their own districts; and when they had peopled them they tended us, their nurselings and possessions, as shepherds tend their flocks, excepting only that they did not use blows or bodily force, as shepherds do, but governed us like pilots from the stern of the vessel, which is an easy way of guiding animals, holding our souls by the rudder of persuasion according to their own pleasure;-thus did they guide all mortal creatures.
Now different gods had their allotments in different places which they set in order. Hephaestus and Athene, who were brother and sister, and sprang from the same father, having a common nature, and being united also in the love of philosophy and art, both obtained as their common portion this land, which was naturally adapted for wisdom and virtue; and there they implanted brave children of the soil, and put into their minds the order of government; their names are preserved, but their actions have disappeared by reason of the destruction of those who received the tradition, and the lapse of ages.
For when there were any survivors, as I have already said, they were men who dwelt in the mountains; and they were ignorant of the art of writing, and had heard only the names of the chiefs of the land, but very little about their actions. The names they were willing enough to give to their children; but the virtues and the laws of their predecessors, they knew only by obscure traditions; and as they themselves and their children lacked for many generations the necessaries of life, they directed their attention to the supply of their wants, and of them they conversed, to the neglect of events that had happened in times long past; for mythology and the enquiry into antiquity are first introduced into cities when they begin to have leisure, and when they see that the necessaries of life have already been provided, but not before. And this is reason why the names of the ancients have been preserved to us and not their actions.
This I infer because Solon said that the priests in their narrative of that war mentioned most of the names which are recorded prior to the time of Theseus, such as Cecrops, and Erechtheus, and Erichthonius, and Erysichthon, and the names of the women in like manner. Moreover, since military pursuits were then common to men and women, the men of those days in accordance with the custom of the time set up a figure and image of the goddess in full armour, to be a testimony that all animals which associate together, male as well as female, may, if they please, practise in common the virtue which belongs to them without distinction of sex".